Слон | Νόστος - ταξίδη της επιστροφής. Διηγήμα Σοφίας Κουρτίδου, μαθήτριας του Λικέου στη Γερμανία για διαγονισμό καλύτερης έκθεσης στην Αθήνα 



Slon.GR Logo
 Бриз 64 читать

Бесплатное ежемесячное издание «Бриз 64» теперь в электронной форме Читать БРИЗ 64
Архив газеты
Смотреть Русское ТВ онлайн!
FreeCurrencyRates.com





Юрист в Греции





Σοφία Κουρτίδου

4 Июля 2012
 3 (+Вы) /1014

Νόστος - ταξίδη της επιστροφής. Διηγήμα Σοφίας Κουρτίδου, μαθήτριας του Λικέου στη Γερμανία για διαγονισμό καλύτερης έκθεσης στην Αθήνα

Νόστος - ταξίδη της επιστροφής. Διηγήμα Σοφίας Κουρτίδου, μαθήτριας του Λικέου στη Γερμανία για διαγονισμό καλύτερης έκθεσης στην Αθήνα

ПАМЯТИ СОФИИ КУРТИДУ, КОТОРАЯ МЕЧТАЛА ДЕЛАТЬ ХОРОШЕЕ ДЛЯ ЛЮДЕЙ И БЫЛА ГОРДА ЗА СВОЙ НАРОД

Сочинение Софии Куртиду «НОСТОС» (ΝΟΣΤΟΣ) напечатано в сокращённом виде на страницах нашего издания на греческом языке и публикуется впервые. Эта работа была представлена на конкурс в правительственную думу Греции в г. Афины и получила второе место. Если вас заинтересовала тема её сочинения, можете обратиться в нашу редакцию за дополнительной информацией.

София Куртиду

Родилась 2 июня 1986 г. в г. Тбилиси. Закончила начальную школу и гимназию в г. Ксанти ( ГРЕЦИЯ) Последние 3 года (ликео) училась в г. Штутгарте ( Германия) В 2004 году поступила в Афинский институт ......., который закончила в 2010 году, написала диплом и защитила его в январе 2010 года. Но получить диплом об окончании института сама София не успела. Она трагически погибла в автомобильной катастрофе 7 августа 2010 г. в г. Александруполе. 25 октября 2010 года диплом Софии получили её родители. 7 августа 2011 года – годовщина смерти Софии Куртиду. 17 сентября – праздник Святой Софии в Греции.

Представленное сочинение публикуется по просьбе матери Софии Венеры Куртиду в память о дочери.

Η λέξη Νόστος, είναι αρχαιοελληνική και σημαίνει, επιστροφή του ξενιτεμένου στην πατρίδα. Η λέξη Νόστος ζει αιώνες στην καρδιά των ελλήνων της διασποράς και μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, για να θυμίζει ότι ο Οδυσσέας δεν είναι μόνος. Αλλά έχει συντροφιά χιλιάδες, εκατομμύρια ελλήνων σε ολόκληρη τη γη. Η λέξη Νόστος είναι ταυτισμένη με τον έλληνα μετανάστη. Για να έχεις δίψα επιστροφής, σημαίνει ότι κάποτε ξεκίνησες το μεγάλο ταξίδι. Και ο Νόστος γεννήθηκε με το ταξίδι του έλληνα, το ταξίδι της ζωής, το ταξίδι του ανθρώπου, που τον κινεί η ελπίδα για το καλύτερο αύριο.

Με λένε Σοφία. Είμαι 16 χρονών. Γεννήθηκα στην Τιφλίδα της Γεωργίας, 6 χρονών ήρθα στην Ελλάδα και πριν 20 μήνες ήρθα στη Γερμανία. Μένω στη Στουτγάρδη και είμαι μαθήτρια της Β’ τάξης του Ενιαίου Λυκείου Στουτγάρδης. Θα ήθελα να σας διηγηθώ την ιστορία του τόπου που μεγάλωσα και με πληγώνει κάθε φορά που τη φέρνω στο μυαλό μου. Η Τσάλκα είναι το κέντρο των Ελλήνων όλης της Γεωργίας. Απέχει από την Τιφλίδα 90 χλμ. και είναι πρωτεύουσα των χωριών της με πληθυσμό Ελλήνων 45.000. Έχει 43 χωριά, από αυτά τα 26 είναι Ελληνικά Ένα από τα χωριά της Τσάλκας είναι και το χωριό μου το πανέμορφο Λιβάδι και απέχει από τη Τσάλκα 20 χιλιόμετρα. Οι κάτοικοι του χωριού έχουν έρθει από την περιοχή της Τραπεζούντας. Έχει 750 κατοίκους, 135 σπίτια, 145 οικογένειες και δεν είναι πολύ μεγάλο. Το χωριό έχει 4 εκκλησίες: την Αγία Σοφία, την Αγία Βαρβάρα, τον Άγιο Παντελεήμονα και τον Προφήτη Ηλία. Στον Προφήτη Ηλία και στον Άγιο Παντελεήμονα γίνονταν μεγάλα πανηγύρια κάθε χρόνο και κόβανε «γουρμπάνι» (προσφορά προς κάποιον Άγιο). Το σχολείο είναι λίγο πιο πάνω από το σπίτι μας. Είναι σχετικά καινούργιο και μεγάλο, διώροφο. Χτίστηκε το 1976. Το σχολείο είναι Ρώσικο και δεν γινόταν μάθημα Ελληνικών, επειδή δεν υπήρχε δάσκαλος. Το 1986 ήρθε στο χωριό μας ένας δάσκαλος που έκανε Ελληνικά, αλλά έμεινε μόνο για δύο χρόνια και μετά σταμάτησαν να διδάσκονται πάλι τα Ελληνικά.

Από το σχολείο προχωρώντας ευθεία 2 χλμ. άρχιζε ένα μεγάλο δάσος που εκτεινόταν σε όλη τη Γεωργία κι ενωνόταν με τα άλλα δάση. Όταν ερχόταν το καλοκαίρι ετοιμάζαμε τα πράγματά μας και πηγαίναμε στο σταθμό λεωφορείων. Από την Τιφλίδα έως το Λιβάδι είναι 90 χλμ. Έτσι γινόταν κάθε χρόνο, ώσπου ήρθε στην εξουσία ο Γκορμπατσόβ και άνοιξε τα σύνορα. Τότε όλοι οι Έλληνες από τη Γεωργία, Ρωσία, Αρμενία, άρχισαν να φεύγουν στην Ελλάδα, για να γυρίσουν επιτέλους στη χώρα τους ελπίζοντας πως εκεί τουλάχιστον δεν θα υποφέρουν. Αλλά από ό,τι φαίνεται πάντα θα υποφέρουν, επειδή παντού σε κάθε χώρα ακόμα και στη δικιά μας είμαστε ξένοι. Αλλά τουλάχιστον στα ξένα μας λένε Έλληνες, κάτι είναι κι αυτό. Όπως λέει και το τραγούδι «Στα ξένα είμαι Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος!!!»

Το 1992 φύγαμε κι εμείς για Ελλάδα. Όταν περάσαμε τα σύνορα της Ελλάδας το τρένο σταμάτησε και όλοι άρχισαν να κλαίνε και ο μπαμπάς μου πήρε το ελληνικό χώμα και το φίλησε. Μπορεί να σας φανεί παράλογο, αλλά νομίζω πως οι Έλληνες της ξενιτιάς αγαπάνε περισσότερο την πατρίδα τους σε σχέση με τους ντόπιους. Αυτοί οι άνθρωποι δεν ξέρανε καν Ελληνικά, δεν είχαν σκεφτεί ποτέ ότι θα έρχονταν κάποτε στην Ελλάδα, δεν μπορούσαν καν να το φανταστούν, μόνο να το ονειρεύονται. Γι’ αυτούς ήταν ένα άπιαστο όνειρο, που τελικά το πλήρωσαν πολύ ακριβά. Δεν ένιωσαν, όμως, την γλύκα της πατρίδας παρά μόνο την πίκκαι τη δυστυχία. Γιατί γύρισαν με την ελπίδα να ριζώσουν επιτέλους στην πατρίδα τους και να τελειώσουν τα βάσανά τους, να πάψουν να υποφέρουν, αλλά αυτό που αντίκρισαν δεν ήταν φυσικά αυτό που προσδοκούσαν. Δεν ζητούσαν να τους δώσουν αμέσως υλικά πράγματα, απλά ζήτησαν να τους αναγνωρίσουν όχι μόνο στα χαρτιά Έλληνες, αλλά και μέσα στην ψυχή τους. Στα πρώτα τρία χρόνια που ζούσαμε στην Ελλάδα στην Π. Διονυσίου της Χαλκιδικής, αυτό που νιώσαμε από τους ντόπιους ήτανε οι προσβολές που μας έλεγαν Τούρκους, Ρώσους, Ρωσοπόντιους, ακόμα και Αλβανούς μερικές φορές. Αλλά δεν είμαστε τίποτα από όλα αυτά παρά μόνο Έλληνες. Αλλά γι’ αυτό πιο πολύ φταίει η ιστορία στα σχολικά βιβλία. Γιατί τόσα χρόνια που διδάσκομαι την Ελληνική ιστορία ποτέ δεν έχω διαβάσει την ιστορία των Ποντίων, αναφέρεται πολύ περιληπτικά σε μισή μόνο σελίδα από όλο το βιβλίο που έχει εκατοντάδες σελίδες. Αυτή η Ιστορία που σας ανέφερα είναι πέρα για πέρα αληθινή. Είναι ένα ψίχουλο από την Ιστορία των Ποντίων. Τουλάχιστον, αν γινόταν λόγος γι’ αυτό το ψίχουλο, θα ξέρανε πια οι ντόπιοι αν είμαστε ή όχι Έλληνες, και όταν θα λέμε Ελληνοπόντιοι από τη Ρωσία να καταλαβαίνουν για ποιους μιλάμε.

Στη Χαλκιδική δεν μπορώ να πω ότι ζούσαμε πολύ καλά, τουλάχιστον καταφέρναμε να καλύψουμε τις βασικές μας ανάγκες. Το χειμώνα όμως δεν είχε δουλειά και ήταν πάρα πολύ δύσκολο, γιατί αυτά που μάζευαν το καλοκαίρι τα χρησιμοποιούσαν για το χειμώνα. Στο τέταρτο χρόνο, δηλαδή το 1995, η μητέρα μου πήγε στη Μόσχα, έκανε χαρτιά για μόνιμη εγκατάσταση και αργότερα πήγαμε στη Ξάνθη επειδή εκεί είχε πρόγραμμα για τους παλιννοστούντες.

Στη Ξάνθη ζήσαμε 6 χρόνια στο χωριό Μυρωδάτο κοντά στα Άβδηρα. Από την τετάρτη μέχρι την πέμπτη δημοτικού, πάλι τα παιδιά μας βρίζανε τούρκους και ρωσοπόντιους και δεν παίζανε μαζί μας, μάς απόφευγαν πάντα. Όταν όμως στην έκτη Δημοτικού τούς άκουσε ο Διευθυντής του σχολείου, τους μάλωσε πολύ. Ο Διευθυντής του σχολείου ήταν πολύ καλός. Όταν τελειώναμε το μάθημα στη 13:30, κάθε μέρα από τις 13:30 μέχρι τις 14:10 μας έκανε γλώσσα, επειδή εμείς δεν ξέραμε καλά Ελληνικά. Μας βοηθούσε πάρα πολύ, δεν τον ένοιαζε αν το παιδί ήταν Τούρκος, Ελληνοπόντιος ή ντόπιος, γι’ αυτόν όλα τα παιδιά ήταν μαθητές και ίσοι μεταξύ τους. Τον θαυμάζω πολύ, γιατί είναι πραγματικά ένας σπάνιος άνθρωπος. Μακάρι να υπάρχουν πολλοί τέτοιοι άξιοι εκπαιδευτικοί στην Ελλάδα.

Όταν πήγα στο Γυμνάσιο στα Άβδηρα γνώρισα πολλούς φίλους Ελληνοπόντιους όπως εγώ. Εκείνη την περίοδο ο πατέρας μου αναγκάστηκε να φύγει στη Γερμανία για οικονομικούς λόγους. Όταν έλειπε ο μπαμπάς, πάντα ήμουνα νευριασμένη και πάντα μάλωνα με την μαμά μου και τον αδελφό μου. Και όταν ερχότανε ήμουνα ήρεμη, δεν είχα νεύρα και τότε κατάλαβα πως μια οικογένεια πρέπει να είναι ενωμένη, για να είναι ευτυχισμένη και για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους σε καλό περιβάλλον. Από την άλλη δεν ήθελα να αποχωριστώ τους φίλους μου και τους συγγενείς μου για να πάω σε μια ξένη χώρα. Τελικά ήρθαμε στη Γερμανία στις 17 Σεπτεμβρίου, ακριβώς την ημέρα της γιορτής μου. Δεν μπορούσα να πιστέψω πως σε 2:30 ώρες με το αεροπλάνο θα βρεθώ σε άλλη χώρα σε άλλο περιβάλλον. Όταν έφτασα, στην αρχή έκλαιγα συνέχεια. Μού έλειπαν τα πάντα: οι φίλοι μου, τα ξαδέλφια μου, τα Ελληνικά τραγούδια, είχα φτάσει σε σημείο να μου λείπει ακόμα και οτιδήποτε ελληνικό. Ανυπομονούσα να γραφτώ στο Λύκειο, για να γνωρίσω φίλους, το ήθελα πάρα πολύ.

Όταν λοιπόν ήρθα στο σχολείο, γνώρισα πολλά παιδιά, άρχισα να βγαίνω μαζί τους, κι έτσι ξεχνούσα για λίγο την Ελλάδα. Την πρώτη φορά που ξανάκουσα Ελληνικά τραγούδα, δεν μπόρεσα να κρατήσω τα δάκρυά μου. Μέσα από το μυαλό μου πέρασαν πολλές εικόνες. Θυμήθηκα τους φίλους μου στην Ελλάδα, και όλα αυτά που συνήθιζα να κάνω εκεί. Όταν ήμουνα 6 χρονών και έφυγα από τη Γεωργία στην Ελλάδα, δεν ένιωσα τίποτε. Τώρα όμως έχω καταλάβει τι θα πει ξενιτιά: θα πει να είσαι μακριά από τη χώρα σου και από αυτούς που αγαπάς. Στο Γυμνάσιο είχα διδαχθεί πολλά κείμενα που αναφέρονται στην ξενιτιά, αλλά ποτέ δεν πίστευα ότι θα το ένιωθα κι εγώ.

Σας διηγήθηκα λίγο ως πολύ την «Οδύσσεια» που έχω περάσει εγώ κι η οικογένειά μου. Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν, επιτέλους, θα αποκτήσω ρίζες. Να ‘χω κι εγώ να λέω κάτι στα παιδιά μου, ότι οι ρίζες τους είναι εκεί, στην πατρίδα.



система комментирования CACKLE


Последние комментарии
повышение квалификации